θυρεόφορος

θῠρεόφορ-ος, ον,
A armed with such a shield, LXX 1 Ch.12.24, Plb.10.29.6, Ascl.Tact. 1.3, Plu.Crass.25; cf. θυρεαφόρος.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυρεοφόρος — θυρεοφόρος, ον (Α) αυτός που φέρει θυρεό, δηλ. μεγάλη επιμήκη ασπίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θυρεός + φόρος (< φέρω), πρβλ. αχθο φόρος, κερδο φόρος] …   Dictionary of Greek

  • θυρεοφόρον — θυρεοφόρος masc/fem acc sg θυρεοφόρος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεοφόρους — θυρεόφορος armed with such a shield masc/fem acc pl θυρεοφόρος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεοφόρων — θυρεόφορος armed with such a shield masc/fem/neut gen pl θυρεοφόρος masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεοφόροι — θυρεοφόρος masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεαφόρος — θυρεαφόρος, ον βλ. θυρεοφόρος …   Dictionary of Greek

  • θυρεοφορώ — θυρεοφορώ, έω (Α) [θυρεοφόρος] είμαι οπλισμένος με θυρεό, με μεγάλη επιμήκη ασπίδα …   Dictionary of Greek

  • ՎԱՀԱՆԱԿԻՐ — (կրի, րաց.) NBH 2 0771 Chronological Sequence: Early classical, 10c Տ. ՎԱՀԱՆԱՒՈՐ. θυρεοφόρος, αἵρων τὸν θυρεόν scutifer, scutatus. *Որդիք Յուդայ վահանակիրք եւ տիգաւորք: Գայր այլազգին, եւ այր վահանակիր առաջի նորա. ՟Ա. Մնաց. ՟Ժ՟Բ. 24: ՟Ա. Թագ. ՟Ժ՟Է …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.